αντερωτώ


αντερωτώ
αντερωτώ, αντερώτησα βλ. πίν. 60

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντερωτώ — ἀντερωτῶ ( άω) (Α) κάνω ερώτηση σε κάποιον που με ρώτησε (αντί να δώσω απάντηση) …   Dictionary of Greek

  • ἀντερωτῶ — ἀ̱ντερωτῶ , ἀντερωτάω question in turn imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀντερωτάω question in turn pres imperat mp 2nd sg ἀντερωτάω question in turn pres subj act 1st sg (attic epic ionic) ἀντερωτάω question in turn pres ind act 1st sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντείρομαι — ἀντείρομαι (Α) αντερωτώ …   Dictionary of Greek